πονηρία

πονηρία
πονηρία, ας, ἡ (πονηρός; Soph., Hippocr. et al.) in our lit. only in the ethical sense: state or condition of a lack of moral or social values, wickedness, baseness, maliciousness, sinfulness (Soph.; Lysias 22, 16 et al.; OGI 519, 10; PLips 119 recto and verso I, 7; LXX; En 10:16; OdeSol 11:20; Test12Patr; Philo, De Jos. 212; Jos., Ant. 10, 37; 13, 120; Just., Tat.; Mel., P. 50, 369 Bo.; Orig., Did., loanw. in rabb.) Mt 22:18; Hv 3, 5, 4; 3, 6, 1. W. ἁρπαγή Lk 11:39; w. ἄνοια 2 Cl 13:1; w. δολιότης Hs 8, 6, 2; w. κακία 1 Cor 5:8. In the Lord’s Prayer Mt 6:13 v.l. In a catalogue of vices (s. Philo, Ebr. 223) Ro 1:29; 1 Cl 35:5. Cp. Hs 9, 15, 3, where πονηρία and other vices are personified. πονηρία μεγάλη Hv 2, 2, 2a. Of children μὴ γινώσκοντα τὴν πονηρίαν τὴν ἀπολλύουσαν τὴν ζωήν ἀνθρώπων who know nothing of the wickedness that ruins the life of people Hm 2:1 (s. παιδίον 2).—In the objective gen. κόλασις τῆς π. punishment for wickedness Hs 9, 18, 1; ὁ μισθὸς τῆς π. B 4:12. In gen. of quality (to be rendered as adj.; respectable Gk. [cp. ὁ τᾶς ἡσυχίας βίοτος Eur., Bacch. 389], but strongly influenced in our lit. by Semitic tradition, s. Leutzsch, Hermas 383 n. 44; cp. Schwyzer II 122): ἡ ἐπιθυμία τῆς π. evil desire Hv 1, 1, 8; m 11:2; συμφυρμοὶ πονηρίας v 2, 2, 2b; διδάσκαλοι πονηρίας evil teachers or obj. gen. teachers of wickedness Hs 9, 19, 2; τὰ πνευματικὰ τῆς π. (Iren. 1, 5, 4 [Harv. I 47, 2]) Eph 6:12 (s. πνευματικός 3); ὁ ἄγγελος τῆς πονηρίας (opp. ἄγγ. τῆς δικαιοσύνης) Hm 6, 2, 1; 4f; 7; 9f (cp. 1QS 3:18f). πλείονα πονηρίαν ποιεῖν act more wickedly Hs 9, 18, 2.—Pl., of the various kinds of evil-mindedness and individual expressions of it (Demosth. 21, 19; Aristot. 1389a, 18; Jer 39:32; B-D-F §142; W-S. §27, 4; s. Rob. 408) Mk 7:22; Ac 3:26; 1 Cl 8:4 (Is 1:16); Hv 3, 7, 2; m 8:3. αἱ π. ἐν ταῖς καρδίαις ἐμμένουσιν wickedness remains in their hearts Hv 3, 6, 3 (here the pl. could refer to the plurality of persons involved, since virtually only one kind of wickedness is meant). On πονηρεύεσθαι ποικίλαις πονηρίαις Hs 9, 18, 3 see πονηρεύομαι.—S. also ἁγιάζω 4, ἀποβάλλω 1b, ἀφαιρέω 2a, κατισχύω 2, παύω 2.—DELG s.v. πένομαι. M-M. TW.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • πονηρία — πονηρίᾱ , πονηρία bad state fem nom/voc/acc dual πονηρίᾱ , πονηρία bad state fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρία — πονηρία, η και πονηριά, η και πονηράδα, η 1. κακή διάθεση, πανουργία, δολιότητα: Τέκνο κακό και πίβουλο και πονηριές γεμάτο (Ερωτόκριτος). 2. πονηρή ενέργεια, δόλιο τέχνασμα, μηχανορραφία, απάτη: Με τις πονηριές κατόρθωσε να αναδειχτεί. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πονηρίᾳ — πονηρίαι , πονηρία bad state fem nom/voc pl πονηρίᾱͅ , πονηρία bad state fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρία — η, ΝΜΑ, και πονήρια και πονηριά Ν [πονηρός] 1. (με ηθική σημ.) κακία, πανουργία, δολιότητα 2. στον πληθ. πονηρές ενέργειες, κατεργαριά, πονηράδα νεοελλ. δυσπιστία, υπόνοια, καχυποψία αρχ. 1. κακή κατάσταση, καχεξία 2. ποταπότητα 3. δειλία,… …   Dictionary of Greek

  • Προφασέως δέεται μόνον ἡ πονηρία. — См. Была бы собака, а палка будет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πονηρίας — πονηρίᾱς , πονηρία bad state fem acc pl πονηρίᾱς , πονηρία bad state fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαι — πονηρία bad state fem nom/voc pl πονηρίᾱͅ , πονηρία bad state fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαν — πονηρίᾱν , πονηρία bad state fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηριῶν — πονηρία bad state fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαις — πονηρία bad state fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίην — πονηρία bad state fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”